ΕιρΑθ 780/2023
Σύνθεση: Δήμητρα Κάππου, Ειρηνοδίκης
Δικηγόροι: Χρύσανθος Παπαδημητρίου, Ιωάννης Κυμιωνής
Περίληψη: Κρίνεται ως αντισυνταγματική η διάταξη του αρ. 3 παρ. 2 ν. 46040/2019) που υποχρεώνει τον πληρεξούσιο δικηγόρο επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης να ενημερώσει τον εντολέα του για τη δυνατότητα υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση και συγκεκριμένα αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 § 1 εδ. δ’ του Συντάγματος και τη καθιερούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας. Η κύρωση του απαραδέκτου της συζήτησης δεν είναι αναλογική γιατί αποβαίνει δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια προώθησης της εθελούσιας χρήσης του θεσμού της διαμεσολάβησης ως εναλλακτικού τρόπου επίλυσης διαφοράς, ιδίως, αν ληφθεί υπόψη ότι η σχετική έγγραφη ενημέρωση συνιστά υποχρέωση του πληρεξουσίου δικηγόρου προς τον εντεολέα του, πλην όμως η παραμέλησή της έχει δυσμενείς συνέπειες μόνο για τον εντολέα-διάδικο.
Συγκροτήθηκε νόμιμα από την Ειρηνοδίκη Αθηνών Δήμητρα Κάππου, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και το Γραμματέα Γεώργιο Κτενά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 25η Ιανουαρίου 2023, για να δικάσει την υπόθεση:
Της ενάγουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «…», (ΑΦΜ …), που έχει έδρα στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Χρύσανθου Παπαδημητρίου.
Της εναγόμενης: Εταιρίας με την επωνυμία «… Ο.Ε.» που έχει έδρα στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, από το νόμιμο εκπρόσωπό της ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Κυμιωνή.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 7.6.2022 αγωγή της κατά της εναγόμενης, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών (μισθωτικές διαφορές), η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και έλαβε αύξοντα ΓΑΚ και ΕΑΚ: …/10.6.2022 για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και στις έγγραφες προτάσεις τους και το Δικαστήριο
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, εκθέτει ότι, δυνάμει του από 28.11.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης που συνήφθη στην Αθήνα, η ενάγουσα εταιρεία μίσθωσε ένα ακίνητο, ειδικότερα δε ένα κατάστημα στον πρώτο και δεύτερο όροφο, επιφάνειας 60 τ.μ. εκάστου ορόφου, επί των οδών … αρ. … και … αρ. … στην Αθήνα, για να χρησιμοποιηθεί αρχικά από την εταιρεία «… Ο.Ε.», μετέπειτα δε από την εδώ εναγόμενη εταιρεία κατά μετατροπή της ονομασίας της αρχικής μισθώτριας, ως έδρα της εμπορικής της επιχείρησης. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 350 ευρώ, το οποίο η εναγόμενη συμφώνησε να καταβάλει μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μισθωτικού μήνα. Το ως άνω δε μίσθωμα επιβαρύνεται και με το ποσό του τέλους χαρτοσήμου 3,6% καταβλητέου από την εναγόμενη, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται στο ποσό των 362,60 ευρώ, μηνιαίως (ήτοι 350 ευρώ συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα + 12,60 ευρώ τέλος χαρτοσήμου). Ότι, αν και από την παραπάνω ημερομηνία έναρξης της μίσθωσης το μίσθιο παραδόθηκε στην μισθώτρια εναγόμενη και η τελευταία είχε την ανενόχλητη κατοχή και χρήση αυτού, εν τούτοις αυτή, αδικαιολόγητα, ουδόλως κατέβαλε στην ενάγουσα τα μισθώματα των μηνών Οκτωβρίου έως και Δεκεμβρίου 2018, το σύνολο των μισθωμάτων του έτους 2019, ήτοι των μηνών Ιανουάριου έως και Δεκεμβρίου 2019, το σύνολο των μισθωμάτων του έτους 2020, ήτοι των μηνών Ιανουάριου έως και Δεκεμβρίου 2020 καθώς και το μίσθωμα του μηνός Ιανουάριου 2021, οπόταν και λύθηκε η ως άνω σύμβαση και απέδωσε, ήτοι συνολικά ποσό 10.152,80 (362,60 ευρώ x 28 μήνες).
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητά, να γίνει δεκτή η αγωγή της και με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλλει τα οφειλόμενα μισθώματα με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο μηνιαίο μίσθωμα κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης και να καταδικαστεί στη δικαστική της δαπάνη.
Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή, παραδεκτά φέρεται να συζητηθεί, κατά την προκειμένη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ενώπιον του αρμοδίου τούτου καθ’ ύλην και κατά τόπον Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. ! περ. β, 16 αρ. 1 και 29 παρ. 1 του ΚΠολΔ), είναι δε και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη αρκούντως ορισμένη, καθόσον περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα οπό την διάταξη του αρ. 216 ΚΠολΔ αναγκαία για την θεμελίωση του αξιούμενου δικαιώματος στοιχεία και νόμιμη, ερειδόμενη, στις διατάξεις των άρθρων 345, 346, 574, 595 ΑΚ, 907, 910 περ. 2 και 176, 189, 191 παρ. 2, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ. Συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά την καταβολή των νόμιμων τελών συζητήσεως, την προείσπραξη της δικηγορικής αμοιβής και του αναλογούντος για το καταψηφιστικό της αίτημα τέλους δικαστικού ενσήμου. Σημειωτέον ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της δεν απαιτείτο η γενόμενη εκ μέρους της εναγομένης προσκόμιση του ενημερωτικού εντύπου του αρ. 3 παρ. 2 Ν. 4640/2019, καθόσον η εν λόγω διάταξη έχει κριθεί, δυνάμει των υπ’ αρίθμ. 976/2020 και 977/2020 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών – Τμήμα Μισθώσεων, αντισυνταγματική και συνεπώς ανίσχυρη, καθόσον σύμφωνα με το σκεπτικό τους «η καθιέρωση υποχρεωτικής έγγραφης προδικασίας, που εισήχθη με το αρ. 3 παρ. 2 Ν. 4640/2019 ως ειδικός όρος παραδεκτού συζήτησης επιγενόμενης αγωγής που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της εκούσιας διαμεσολάβησης και σκοπό έχει, κατά την αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου «να άγεται μία διαφορά στην δικαιοσύνη μετά από επίγνωση των μερών ότι αυτή δεν δύναται να επιλυθεί μέσω ενός τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, που δεν κρίνει τα μέρη και τη διαφορά, αλλά συμβάλλει στην επικοινωνία των μερών για την εύρεση του κοινού τόπου που θα οδηγήσει στην αποκατάσταση της μεταξύ τους σχέσης» αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 § ί εδ. δ του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η κύρωση του απαραδέκτου της συζήτησης για την μη προσκόμιση του ενημερωτικού εντύπου δεν είναι αναλογική, αλλά, δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια προώθησης της εθελούσιας χρήσης του θεσμού της διαμεσολάβησης ως εναλλακτικού τρόπου επίλυσης διαφοράς (ADR), ιδίως, αν ληφθεί υπόψη ότι ο συμβιβασμός, που, κατ’ αποτέλεσμα, επιδιώκει ομοίως τη λύση της έριδας με αμοιβαίες υποχωρήσεις (εγγ. Νίκας Ν. Ο Δικαστικός Συμβιβασμός, Σάκκουλας, 1984), αποτελεί, ούτως ή άλλως, λειτουργική υποχρέωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου, κατ’ αρ. 37 παρ. 3 ΚΔ (ν. 4194/2013) και αρ. 7 περ. β’ του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, όπως εγκρίθηκε με την από 4.1.1980 απόφαση του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και δημοσιεύτηκε στον Κώδικα Νομικού Βήματος στον τόμο του 1986, κυρίως, όμως, διότι, η σχετική πλημμέλεια του εντολοδόχου Δικηγόρου να ενημερώσει τον εντολέα του για τη δυνατότητα εκούσιας διαμεσολάβησης της διαφοράς του, που αναπτύσσει την ενέργειά της, αποκλειστικά, στην εσωτερική τους σχέση της αμοιβόμενης Δικηγορικής εντολής, απολήγει να μεταθέσει τις συνέπειες του πταίσματος στο πρόσωπο του διαδίκου. Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη του αρ. 3 παρ. 2 Ν. 4640/2019 ως αντισυνταγματική είναι ανίσχυρη και δεν πρέπει να εφαρμόζεται (βλ. Ολ.ΑΠ 6/2011
, ΑΓΊ 252/201.8 3ημ. 7ΝΠ Νόμος)», άποψη με την οποία συντάσσεται το παρόν Δικαστήριο.
Η εναγόμενη με τις προτάσεις της και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου αυτής δικηγόρου αρνείται την αγωγή αμφισβητώντας τα επικαλούμενα από την ενάγουσα θεμελιωτικά για τη νομιμοποίησή της περιστατικά, ενώ περαιτέρω προτείνει την ένσταση συμψηφισμού, η οποία θα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη καθόσον ουδέν στοιχείο θεμελιωτικό του εν λόγω ισχυρισμού αναφέρεται έστω συνοπτικώς, προκειμένου να μπορέσει το Δικαστήριο ελέγχοντας τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά του να προσδιορίσει το αντικείμενο της ανταπόδειξης, δεδομένου μάλιστα ότι τόσο με τις προφορικές δηλώσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης, έστω επιγραμματικά, όσο και στις κατατεθείσες προτάσεις γίνεται επιπλέον λόγος για πραγματικό και νομικό ελάττωμα του μισθίου, προβάλλοντας μετ’ αυτού την κατ’ ορθή εκτίμηση ένσταση του δικαιώματος της εναγομένης περί μη καταβολής μισθώματος κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των α. 584, 382 και 380 ΑΚ, ο οποίος κρίνεται νόμιμος και ορισμένος και θα κριθεί επί της ουσίας. Τέλος η εναγόμενη προβάλει την ένσταση εξάμηνης παραγραφής του άρθρου 247 και 602 Α.Κ., η οποία είναι μη νόμιμη καθώς πρόκειται για αξίωση καταβολής μισθωμάτων που υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του α. 250 αρ. 15 – 16 ΑΚ και όχι για αξίωση καταβολής αποζημίωσης λόγω μεταβολών ή φθορών στο μίσθιο που υπόκειται στη συντομότερη ως άνω αναφερόμενη παραγραφή και τέλος την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του άρθρου 281 Α.Κ. η οποία είναι απαράδεκτη ως αόριστη, αφού καμία ιδιαίτερη περίσταση έστω επιγραμματικά δεν αναφέρεται ώστε να μπορέσει η ενάγουσα αντενιστάμενη να αμυνθεί και το Δικαστήριο να προβεί στην απαραίτητη νομική υπαγωγή.
Από την εκτίμηση και αξιολόγηση της ανωμοτί κατάθεσης του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, η οποία εμπεριέχεται στα οικεία πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικάζοντας Δικαστηρίου και εκτιμάται χωριστά αλλά και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενων από τους διαδίκους εγγράφων, που λαμβάνονται υπόψη, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς, όμως, η ρητή αναφορά κάποιων εξ αυτών να τους προσδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δε γίνεται ειδική μνεία (βλ. ΑΠ 1065/2002
Αρχ. Ν. 2004, 70), τα όσα ρητά ή έμμεσα συνομολογούν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ), όπως εξειδικεύονται κατωτέρω αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: Η ενάγουσα εκμίσθωσε ήδη από τις 20.4.1994 στον Π… Ν… ένα κατάστημα που εκτείνεται στον πρώτο και δεύτερο όροφο οικοδομής, επιφάνειας 60 τ.μ. εκάστου ορόφου, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί των οδών … αρ. … και … αρ. …, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως έδρα της εμπορικής του επιχείρησης. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε πενταετής από 1.4.1994 έως και 31.3.1999, με μηνιαίο μίσθωμα ποσού εξήντα χιλιάδων δραχμών (176,08 ευρώ). Με τη σύσταση της εταιρείας «… Ο.Ε.» και νεότερη από 28.11.1997 συμφωνία, η εκμισθώτρια αναμίσθωσε το εν λόγω μίσθιο για την ίδια ως άνω χρήση, στην εν λόγω εταιρεία, ενώ με τη μετατροπή της επωνυμίας της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, συνεχίσθηκε από την εδώ εναγόμενη αδιατάρακτη η μίσθωση για αόριστη πλέον διάρκεια, έναντι μηνιαίου μισθώματος ποσού 350 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου 3,6%, ήτοι ανερχόμενου συνολικά στο ποσό των 362,60 ευρώ, καταβαλλόμενο εντός των πρώτων τριών ημερών εκάστου μισθωτικού μήνα. Παρά το γεγονός όμως ότι εξαρχής το μίσθιο παραδόθηκε στον Π… Ν… και ότι τόσο αυτός, όσο και η νεοσυσταθείσα το έτος 1997 ομόρρυθμη εταιρεία και μετέπειτα η εναγόμενη είχαν την ανενόχλητη κατοχή και χρήση αυτού, η τελευταία αδικαιολόγητα δεν κατέβαλε στην ενάγουσα και συνεχίζει να οφείλει τα μισθώματα των μηνών Οκτωβρίου έως και Δεκεμβρίου 2018, το σύνολο των μισθωμάτων του έτους 2019, ήτοι των μηνών Ιανουάριου έως και Δεκεμβρίου 2019, το σύνολο των μισθωμάτων του έτους 2020, ήτοι των μηνών Ιανουάριου έως και Δεκεμβρίου 2020 καθώς και το μίσθωμα του μηνός Ιανουάριου 2021, οπόταν και λύθηκε η ως άνω σύμβαση, ήτοι συνολικά ποσό 10.152,80 (362,60 ευρώ x 28 μήνες). Τα εν λόγω μισθώματα οφείλονται, όπως ομολογήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης, απορριπτομένης στο σημείο αυτό της ένστασης του δικαιώματος της εναγομένης περί μη καταβολής μισθωμάτων λόγω ύπαρξης πραγματικού και νομικού ελαττώματος που εμπόδιζε τη χρήση του μισθίου εκ μέρους της, καθόσον αυτή δεν ενισχύθηκε, ούτε καν στηρίχθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποδεικτικά. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι στην επίδικη έννομη σχέση υπεισήλθε έτερο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αφού όπως κατέθεσε και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης και προέκυψε από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα έγγραφα, η εκποίηση του επίδικου μισθίου ακινήτου έλαβε χώρα το Φεβρουάριο του 2021, ήτοι τον επόμενο μήνα από αυτόν που η εναγόμενη απέδωσε στην ενάγουσα τη χρήση του μισθίου (Ιανουάριο 2021).
Κατόπιν των ανωτέρω, αφού αποδείχθηκε το πραγματικό της κρινόμενης αγωγής και απορρίφθηκαν όλοι οι προβληθέντες αντίθετοι ισχυρισμοί, θα πρέπει αυτή να γίνει και επί της ουσίας δεκτή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 10.152,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο κονδύλι κατέστη απαιτητό. Θα πρέπει περαιτέρω η παρούσα απόφαση να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, κατά νομική επιταγή και η δικαστική δαπάνη της ενάγουσας να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης λόγω της ήττας της τελευταίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων .
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα, το ποσό των δέκα χιλιάδων εκατόν πενήντα δύο ευρώ και ογδόντα λεπτών (10.152,80), με το νόμιμο τόκο από την τέταρτη ημέρα εκάστου μισθωτικού μήνα, για κάθε επιμέρους κονδύλι μηνιαίου μισθώματος, όπως οι μήνες αναφέρονται στο ιστορικό της παρούσης μέχρι την εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά την αμέσως προηγούμενα αναφερόμενη διάταξή της.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα Αττικής στις 6 Ιουνίου 2023, σε έκτακτη δημόσια και στο ακροατήριό του συνεδρίαση.
Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ