
Νομικοί διαγωνισμοί και επαγγελματικές επιλογές για νέους νομικούς: ΕΣΔι, ΝΣΚ και συμβολαιογραφία
Του Λευτέρη Αθανασόπουλου, δικηγόρου και διευθυντή του Nomopolis
Ο πληθωρισμός των δικηγόρων εδώ και δεκαετίες είναι μια από τις κύριες αιτίες που η δικηγορία δεν προσφέρει πάντοτε τις επαγγελματικές προοπτικές που θα ανέμεναν πολλοί νέοι νομικοί. Το καθεστώς εργασίας του νέου δικηγόρου που εργάζεται ως συνεργάτης σε δικηγορικό γραφείο ή εταιρεία συχνά υστερεί από πλευράς αποδοχών, ωραρίου και γενικότερων συνθηκών εργασίας. Περαιτέρω, η άσκηση ελεύθερης δικηγορίας μέσω ιδιόκτητου γραφείου είναι αρκετά απαιτητικό εγχείρημα στο οποίο δεν μπορούν όλοι ή δεν θέλουν να επιδοθούν.
Επιπλέον, εκτιμάται ότι στα επόμενα χρόνια η επαγγελματική ανασφάλεια θα ενταθεί στο δικηγορικό κλάδο λόγω της επέκτασης της τεχνητής νοημοσύνης που αναμένεται να συμπιέσει τις θέσεις εργασίας των συνεργατών δικηγόρων που απασχολούνται κυρίως στη νομική έρευνα, επεξεργασία νομικού υλικού και σύνταξη αρχικών νομικών κειμένων (drafting).
Έτσι, αρκετοί νέοι νομικοί αναζητούν εναλλακτικές με μεγαλύτερη σταθερότητα στρεφόμενοι σε παραδοσιακά και θεσμικά εδραιωμένα νομικά επαγγέλματα, όπως εκείνα του δικαστικού λειτουργού, του δικαστικού πληρεξουσίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και του συμβολαιογράφου, τα οποία προϋποθέτουν συμμετοχή σε απαιτητικούς εισαγωγικούς διαγωνισμούς.
Ως διευθυντής σπουδών και διδάσκων στο Κέντρο Νομικής Κατάρτισης Nomopolis, το οποίο εδώ και δώδεκα (12) συναπτά έτη αναλαμβάνει την προετοιμασία υποψηφίων για τους ανωτέρω διαγωνισμούς, έχοντας επιπλέον προσωπικά παρακολουθήσει την πορεία πολλών υποψηφίων τόσο πριν όσο και μετά την επιτυχία τους στους διαγωνισμούς αυτούς, θεωρώ χρήσιμο να καταθέσω μια συνολική εμπειρική εικόνα για τις βασικές αυτές επιλογές, ήτοι για τα πλεονεκτήματα, τις δυσκολίες και τη φύση της κάθε σταδιοδρομίας.
Οι εισαγωγικοί διαγωνισμοί της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι) διεξάγονται άπαξ ετησίως. Προκηρύσσονται θέσεις για την πολιτική δικαιοσύνη, δηλαδή θέσεις πρωτοδικών και εισαγγελέων, αλλά και θέσεις στη διοικητική δικαιοσύνη, ήτοι θέσεις στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Το γεγονός ότι οι διαγωνισμοί της ΕΣΔι διεξάγονται κάθε έτος είναι ευνοϊκός παράγων για τους υποψηφίους, διότι μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια μπορούν να αξιοποιήσουν εκ νέου την προετοιμασία τους κατά το επόμενο έτος έχοντας ήδη κάποιες καλές βάσεις. Πρόκειται για σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με άλλους νομικούς διαγωνισμούς, όπως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή των συμβολαιογράφων, οι οποίοι δεν διεξάγονται κάθε χρόνο.
Δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό της ΕΣΔι έχουν όσοι έχουν συμπληρώσει το 28ο έτος και δεν έχουν συμπληρώσει ακόμα το 40ο έτος της ηλικίας τους μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους του διαγωνισμού. Πλέον απαιτούνται 3 έτη άσκησης δικηγορίας (από την εγγραφή στο μητρώο του δικηγορικού συλλόγου), καθώς και 30 γραμμάτια προείσπραξης ενώπιον δικαστηρίων (αρ. 17 ν. 4871/2021). Το γραπτό στάδιο διεξάγεται εντός του Σεπτεμβρίου και το προφορικό στάδιο εντός του Δεκεμβρίου κάθε έτους.
Ο διαγωνισμός της ΕΣΔι είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικός, αν και αυτό δεν ίσχυε πάντα στον ίδιο βαθμό. Πριν από το 2010 οι υποψήφιοι ήταν λιγότεροι, τα θέματα ευκολότερα, η προετοιμασία λιγότερο απαιτητική. Από το 2010 και μετά αυξήθηκαν οι υποψήφιοι, η δυσκολία των θεμάτων εξέτασης και επομένως και ο ανταγωνισμός. Δεν ήταν και λίγοι οι υποψήφιοι που έδωσαν αρκετές φορές μέχρι να πετύχουν ή ακόμα και χωρίς να πετύχουν ποτέ. Εντούτοις, τα τελευταία δύο χρόνια (2024, 2025) παρατηρήθηκε κάποια μείωση της συμμετοχής χωρίς όμως να μπορούν να εξαχθούν ακόμα συμπεράσματα για την αιτία της μείωσης.
Στα τελευταία 5-10 χρόνια έχει αλλάξει σημαντικά και το προφίλ των υποψηφίων. Παλαιότερα συμμετείχαν επί το πλείστον μεγαλύτεροι σε ηλικία δικηγόροι, αρκετοί άνω των 35 ετών με οικογένειες, οι οποίοι ανέφεραν ότι είχαν κουραστεί από την άσκηση της δικηγορίας και αναζητούσαν κάτι πιο ήρεμο και σταθερό. Σήμερα παρατηρείται ότι οι υποψήφιοι αποφασίζουν πολύ νωρίτερα να ακολουθήσουν τη δικαστική σταδιοδρομία, ήδη από τα φοιτητικά χρόνια ή από την περίοδο της άσκησής τους. Επομένως, η επιλογή αυτή είναι πλέον περισσότερο συνειδητή επαγγελματική επιλογή και λιγότερο επιλογή διαφυγής από τη δικηγορία.
Μετά την επιτυχία στον διαγωνισμό ΕΣΔι, οι επιτυχόντες οφείλουν να παρακολουθήσουν το πρόγραμμα της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών στη Θεσσαλονίκη, το οποίο διαρκεί περίπου ένα έτος. Πρόκειται για εκπαίδευση η οποία διεξάγεται με καθημερινή δια ζώσης παρακολούθηση. Οι υποψήφιοι παρακολουθούν νομικά μαθήματα, αλλά και εκπαιδεύονται σε ειδικότερες δεξιότητες που αφορούν το δικαστικό ή εισαγγελικό λειτούργημα, όπως η συγγραφή αποφάσεων, διατάξεων, βουλευμάτων κ.λπ. Κατά τη φοίτηση στην ΕΣΔι διεξάγονται εξετάσεις προόδου και εξετάσεις αποφοίτησης, ενώ από το σύνολο αυτών των εξετάσεων, συμπεριλαμβανομένων και των εισαγωγικών, εξάγεται ο βαθμός αποφοίτησης. Μέχρι σήμερα δεν είναι γνωστή στον γράφοντα περίπτωση σπουδαστή της ΕΣΔι που δεν αποφοίτησε επιτυχώς και αν τυχόν υπήρξε θα ήταν μάλλον εξαιρετικά σπάνια περίπτωση.
Παρά το γεγονός ότι αρκετοί ενδιαφερόμενοι για το δικαστικό λειτούργημα είχαν προηγουμένως κάποια επαφή με τη δικαστηριακή δικηγορία, παρατηρείται γενικώς άγνοια σχετικά με την επαγγελματική καθημερινότητα του δικαστικού λειτουργού.
Το δικαστικό λειτούργημα είναι από τη φύση του αρκετά απαιτητικό και περισσότερο μοναχικό από όσο συνήθως πιστεύεται. Η επαφή των περισσότερων δικηγόρων με τους δικαστικούς λειτουργούς περιορίζεται συνήθως στα ακροατήρια. Η εικόνα όμως του δικαστή επί της έδρας δεν αντανακλά πιστά την πραγματικότητα. Η επ’ ακροατηρίω παρουσία του αποτελεί πολύ μικρό μόνο μέρος του συνολικού χρόνου εργασίας του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας γίνεται εκτός ακροατηρίου, με μελέτη φακέλων, νομική έρευνα και κυρίως με συγγραφή αποφάσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται χιουμοριστικά «πιτζαμάκηδες», ακριβώς επειδή πολύ μεγάλο μέρος της δουλειάς τους γίνεται από το σπίτι και μάλιστα συνήθως υπό ασφυκτική πίεση χρόνου για την ταχεία έκδοση του μεγάλου όγκου αποφάσεων που αναλογούν σε κάθε δικαστή.
Σε σχέση με παλαιότερες εποχές το δικαστικό λειτούργημα έχει γίνει αρκετά δυσκολότερο. Τα δικόγραφα είναι μεγαλύτερα σε έκταση, οι φάκελοι δικογραφίας ογκωδέστεροι, η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα πιο σύνθετη, οι νόμοι περισσότεροι και πολυδαίδαλοι. Εκτός από τους νέους κλάδους δικαίου που έχουν αναπτυχθεί, ακόμα και πιο παραδοσιακά αντικείμενα του δικαίου, όπως λ.χ. οι μισθώσεις και τα ακίνητα, έχουν καταστεί αρκετά πιο σύνθετα σε σχέση με το παρελθόν. Ίσως βέβαια αυτή τη συνθετότητα αμβλύνει εν τέλει η τεχνητή νοημοσύνη και η πρόβλεψη αυτή δεν φαντάζει πλέον τόσο τολμηρή.
Κρίνω επίσης σκόπιμο να αναφερθώ και στην κοινωνική ζωή των δικαστικών λειτουργών καθώς πρόκειται για σημαντική παράμετρο για όσους αναρωτιούνται αν τους ταιριάζει ο δικαστικός βίος. Ακόμη και σήμερα επιβιώνουν αντιλήψεις ότι ο δικαστής πρέπει να έχει πιο περιορισμένη κοινωνική ζωή, να μην δημοσιεύει τις απόψεις του στα κοινωνικά δίκτυα, να αποφεύγει ορισμένες κοινωνικές εκδηλώσεις ή τη νυχτερινή ζωή και γενικότερα να διατηρεί μια πιο αποστασιοποιημένη δημόσια εικόνα. Οι αντιλήψεις αυτές δεν προέρχονται μόνο από την κοινωνία, αλλά πολύ συχνά υιοθετούνται και από τους ίδιους τους δικαστές ή διδάσκονται ακόμα και στην ΕΣΔι. Έτσι λοιπόν συμβαίνει συχνά οι δικαστές να απομονώνονται κοινωνικά και να απέχουν από δραστηριότητες ή μορφές ψυχαγωγίας που θεωρούνται ότι δεν αρμόζουν στον δικαστικό λειτουργό. Προσωπικά δεν συμφωνώ με αυτή την αναχρονιστική οπτική. Αντιθέτως, θεωρώ ότι αναφορικά με την προσωπική και κοινωνική ζωή των δικαστών αρμόζει καθετί που αρμόζει και σε έναν δικηγόρο ή οποιονδήποτε άλλο σοβαρό επαγγελματία. Επίσης, για τη διαμόρφωση της απαραίτητης για τη δικαστική κρίση κοινωνικής εμπειρίας («διδάγματα της κοινής πείρας») οι δικαστές θα πρέπει να διατηρούν, ει δυνατόν, στοιχειώδη επαφή με όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Δεν μπορώ όμως να μην παρατηρήσω ότι οι ανωτέρω αναχρονιστικές αντιλήψεις για την κοινωνική ζωή του δικαστικού λειτουργού εν τέλει επιδρούν στη ζωή του, έστω όχι στον ίδιο βαθμό με παλαιότερα.
Κάτι ακόμη που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι η σταδιοδρομία του δικαστή συνοδεύεται και από μεταθέσεις. Ένας νέος δικαστής μπορεί να χρειαστεί να υπηρετήσει για αρκετά χρόνια σε διαφορετικές πόλεις της Ελλάδας, γεγονός που προκαλεί δυσκολίες, ιδίως για όσους έχουν οικογένεια ή σταθερή προσωπική ζωή συνδεδεμένη με συγκεκριμένο τόπο. Εντούτοις, σε κάποιες περιπτώσεις οι υπηρεσιακές ανάγκες του δικαστηρίου επιτρέπουν στους δικαστές να μην μετακομίζουν μόνιμα στο δικαστήριο που υπηρετούν επειδή οι υπηρεσίες και οι δικάσιμοι ορίζονται σε συγκεκριμένες ημέρες του μήνα (ευκολότερο στη διοικητική δικαιοσύνη, αδύνατο για τους εισαγγελείς).
Παρά τις δυσκολίες αυτές, το δικαστικό λειτούργημα εξακολουθεί να απολαύει υψηλού κύρους. Κρίνοντας εμπειρικά από την προσωπική μου επαφή με μεγάλο αριθμό υποψηφίων, το κύρος αποτελεί πολλές φορές τον βασικότερο λόγο επιλογής της δικαστικής σταδιοδρομίας, πάνω ακόμα και από την οικονομική ασφάλεια και τη σταθερότητα. Το κύρος του δικαστικού λειτουργήματος δεν είναι βέβαια αδικαιολόγητο, απορρέει από την ίδια τη σημασία της απονομής δικαιοσύνης. Παρά τις αδυναμίες που παρατηρούνται στην πράξη, το δικαστικό λειτούργημα είναι σε όλες τις χώρες του κόσμου πολύ σημαντικό για το κράτος και την κοινωνία.
Τα τελευταία χρόνια η κατεύθυνση των εισαγγελέων έχει γίνει αρκετά πιο δημοφιλής σε σχέση με το παρελθόν. Φαίνεται ότι οι υποψήφιοι ελκύονται από τον ενεργό ρόλο του εισαγγελέα που βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής λειτουργίας, τόσο στο ακροατήριο, όσο και στην ποινική προδικασία.
Οι θέσεις των εισαγγελέων είναι λιγότερες από τις θέσεις των πολιτικών δικαστών, γεγονός που μειώνει σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχίας. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι υποψήφιοι που προετοιμάζονται με κύριο στόχο τον διαγωνισμό εισαγγελέων συμμετέχουν και στον διαγωνισμό πρωτοδικών επειδή η προετοιμασία είναι κατά βάση κοινή. Εξετάζονται στο αστικό, εμπορικό και ποινικό δίκαιο και στις δύο κατευθύνσεις, αν και στους εισαγγελείς δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στο ποινικό δίκαιο (δύο θέματα ποινικού αντί δύο αστικού).
Έτσι λοιπόν στην πράξη οι ενδιαφερόμενοι για το εισαγγελικό συμμετέχουν παράλληλα και στον διαγωνισμό πρωτοδικών. Δεν είναι λίγοι μάλιστα οι υποψήφιοι που επιτυγχάνουν και στις δύο κατευθύνσεις. Οι διπλοεπιτυχόντες παλαιότερα προτιμούσαν να κρατήσουν τη θέση του πρωτοδίκη, ενώ τα τελευταία χρόνια επιλέγουν τη θέση του εισαγγελέα.
Τέλος, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι έχει πλέον καταργηθεί η αυτοτελής κατεύθυνση ειρηνοδικών και ο σχετικός διαγωνισμός των ειρηνοδικών. Μετά την κατάργηση των Ειρηνοδικείων οι ειρηνοδίκες δεν υφίστανται πλέον ως ξεχωριστός κλάδος.
Στον διαγωνισμό της ΕΣΔι με κατεύθυνση διοικητικής δικαιοσύνης προκηρύσσονται θέσεις για τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Οι υποψήφιοι κατανέμονται σε αυτά ανάλογα με τις επιδόσεις τους κατά τη φοίτηση στην ΕΣΔι (αρ. 30 ν. 4871/2021).
Οι θέσεις στη διοικητική δικαιοσύνη είναι κατά κανόνα λιγότερες σε σχέση με εκείνες της πολιτικής δικαιοσύνης και αυτό συνήθως επηρεάζει αρνητικά και τις πιθανότητες επιτυχίας στον διαγωνισμό. Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί υποψήφιοι προτιμούν τη διοικητική δικαιοσύνη, προσδοκώντας την πιο ήρεμη δικαστική καθημερινότητα που παρέχει κατά κανόνα η εκδίκαση διοικητικών υποθέσεων σε σχέση με τις πολιτικές-ποινικές.
Το κύριο βάρος της εργασίας του διοικητικού δικαστή πέφτει στη νομική έρευνα και συγγραφή αποφάσεων. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο, οι νέοι δικαστές λειτουργούν μέσα σε ένα αρκετά αυστηρότερο ιεραρχικό περιβάλλον. Θεωρητικά υπάρχει εσωτερική ανεξαρτησία, όμως στην πράξη οι νεότεροι δικαστές τελούν υπό καθοδήγηση, έλεγχο και εποπτεία από τους ανωτέρους τους, κάτι που δεν παρατηρείται τόσο έντονα στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια που επικρατούν οι μονομελείς και οι τριμελείς συνθέσεις.
Η προετοιμασία για όλους τους διαγωνισμούς της ΕΣΔι είναι ιδιαιτέρως απαιτητική. Η καλή προετοιμασία προϋποθέτει ουσιαστική κατανόηση της ύλης και εμβάθυνση, κάτι που επιτυγχάνεται μόνο μέσα από συστηματική μελέτη, συνεχείς επαναλήψεις και εξάσκηση με επίλυση θεμάτων.
Στην πράξη είναι σχεδόν αδύνατο για τον υποψήφιο να εργάζεται με πλήρες ωράριο και ταυτόχρονα να προετοιμάζεται για αυτούς τους διαγωνισμούς με αξιώσεις. Απαιτούνται πολλές ώρες ενασχόλησης και μελέτης. Εξάλλου, μετά από κάποιους μήνες προετοιμασίας προκαλείται στους υποψηφίους πνευματική και ψυχολογική κόπωση που δεν αφήνουν περιθώριο για άλλες επιβαρύνσεις. Πρόκειται αναμφίβολα για μια επίπονη διαδικασία.
Θεωρώ επίσης πολύ δύσκολο να επιτύχει κάποιος χωρίς σοβαρή φροντιστηριακή καθοδήγηση. Η επιλογή φροντιστηρίου είναι ιδιαίτερα σημαντική υπόθεση. Στην αναζήτηση κατάλληλου φροντιστηρίου δεν θεωρώ σκόπιμο να ζητά ο ενδιαφερόμενος πληροφορίες από παλαιούς δικαστές γιατί τα πράγματα έχουν αλλάξει άρδην τα τελευταία χρόνια. Κατά την έρευνα αγοράς προτιμότερο είναι να απευθυνθεί για πληροφορίες σε υποψηφίους που συμμετείχαν στους διαγωνισμούς των τελευταίων ετών, διότι αυτοί γνωρίζουν καλύτερα πρόσωπα και πράγματα, ιδίως σχετικά με τις απαιτήσεις των διαγωνισμών και τους διδάσκοντες.
Η σταδιοδρομία στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους είναι, κατά τη γνώμη μου, μία από τις καλύτερες επαγγελματικές επιλογές για νέο νομικό που αναζητά ασφάλεια και σταθερότητα. Οι αποδοχές είναι αντίστοιχες με εκείνες των δικαστικών λειτουργών, ενώ παράλληλα το περιβάλλον εργασίας είναι αρκετά καλό και οργανωμένο για δεδομένα εν Ελλάδι δημόσιας υπηρεσίας.
Η φύση της εργασίας είναι ασφαλώς διαφορετική από εκείνη του δικαστή, αφού ο δικαστικός πληρεξούσιος δεν καλείται να σχηματίσει αντικειμενική δικαστική κρίση, αλλά να υποστηρίξει νομικά τις θέσεις του Δημοσίου. Επειδή ο βασικός «πελάτης» είναι το Δημόσιο, πολλά νομικά αντικείμενα και υποθέσεις επαναλαμβάνονται, ομοίως τα δικόγραφα και οι ισχυρισμοί.
Η επαγγελματική καθημερινότητα του δικαστικού πληρεξουσίου του ΝΣΚ είναι πιο κοινωνική σε σχέση με αυτή του δικαστή. Ο δικαστικός πληρεξούσιος του ΝΣΚ μεταβαίνει καθημερινά στον χώρο εργασίας του, παρίσταται στα δικαστήρια, συνεργάζεται με λοιπούς πληρεξουσίους, με υπηρεσίες και υπουργεία. Επιπλέον, οι μεταθέσεις είναι λιγότερες από εκείνες των δικαστικών λειτουργών, παράμετρος με όχι αμελητέα σημασία.
Ο εισαγωγικός διαγωνισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διεξάγεται ανά δύο χρόνια. Είναι επίσης απαιτητικός διαγωνισμός, χωρίς ωστόσο να φτάνει το επίπεδο δυσκολίας των διαγωνισμών της ΕΣΔι. Δεν είναι λίγοι οι υποψήφιοι που έχουν καταφέρει να αποδώσουν αρκετά καλά ακόμη και με προετοιμασία πέντε ή έξι μηνών, κάτι που είναι μάλλον δύσκολο έως και αδύνατο για τους διαγωνισμούς της ΕΣΔι. Για το ΝΣΚ προκηρύσσονται συνήθως 50-60 θέσεις. Ο διαγωνισμός του 2026, όπου προκηρύχθηκαν 102 θέσεις, αποτέλεσε εξαίρεση και όχι τον κανόνα.
Κάτι που ερωτάται συχνά από ενδιαφερόμενους είναι αν μπορεί να συνδυαστεί προετοιμασία για ΕΣΔι και ΝΣΚ. Η αλήθεια είναι ότι μεγάλο μέρος της προετοιμασίας για τους διαγωνισμούς της ΕΣΔι (πολιτική και διοικητική κατεύθυνση) μπορεί να αξιοποιηθεί και για τον διαγωνισμό του ΝΣΚ και αντίστροφα. Επομένως, ένας υποψήφιος που προετοιμάζεται για την ΕΣΔι, όποια κατεύθυνση και αν έχει επιλέξει, ταυτόχρονα καλύπτει και σημαντικό μέρος της ύλης του ΝΣΚ. Να διευκρινιστεί επίσης ότι ο διαγωνισμός του ΝΣΚ δεν περιλαμβάνει εξέταση ποινικού δικαίου εκτός από κάποιες πολύ βασικές γνώσεις ποινικού στο προφορικό στάδιο. Επομένως, υποψήφιος που προετοιμάστηκε για ΝΣΚ δεν καλύπτεται καθόλου ως προς το ποινικό δίκαιο για την περίπτωση που ενδιαφέρεται αμέσως μετά να συμμετέχει στον διαγωνισμό ΕΣΔι πολιτικής κατεύθυνσης. Ο υποψήφιος όμως που μετείχε σε διαγωνισμό ΝΣΚ και ενδιαφέρεται να εξεταστεί στο διαγωνισμό ΕΣΔι διοικητικής κατεύθυνσης, θα έχει σημαντική εποπτεία της εξεταστέας ύλης του δημοσίου δικαίου, αν και όχι στο ίδιο βάθος και έκταση που κατά κανόνα απαιτεί η προετοιμασία για την ΕΣΔι.
Το επάγγελμα του συμβολαιογράφου εξακολουθεί να είναι κλειστό, ήτοι με περιορισμένο αριθμό θέσεων ανά περιφέρεια, και εξ αυτού του λόγου δεν κινδυνεύει από πληθωρισμό. Βεβαίως, η εργασία του συμβολαιογράφου έχει γίνει αρκετά πιο απαιτητική σε σχέση με παλαιότερα. Οι γραφειοκρατικές απαιτήσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά. Ένα συμβόλαιο, ιδίως όταν αφορά ακίνητο, απαιτεί πλέον μεγάλο αριθμό πιστοποιητικών, φορολογικών και πολεοδομικών ελέγχων, κτηματολογικών στοιχείων και γενικότερα πολύ περισσότερες διατυπώσεις από ό,τι παλαιότερα. Παρά τις δυσκολίες αυτές, η ζήτηση για συμβολαιογραφικές υπηρεσίες παραμένει εξαιρετικά μεγάλη, ενώ δεν είναι ασήμαντη και η επέκταση των αρμοδιοτήτων των συμβολαιογράφων στα συναινετικά διαζύγια (από το 2017) και τη δημοσίευση διαθηκών (από το 2025).
Παρά το γεγονός ότι ο συμβολαιογράφος δεν έχει εξασφαλισμένη πελατεία, στην πράξη λόγω μεγάλης ζήτησης δεν είναι δύσκολο για έναν νέο συμβολαιογράφο που διαθέτει κάποια συγκρότηση και στοιχειώδες ενδιαφέρον για το αντικείμενό του να αποκτήσει γρήγορα πελατεία και σε σύντομο χρόνο μάλιστα να έχει ανάγκη βοηθητικού προσωπικού. Επίσης, ο συμβολαιογράφος διαθέτει επαγγελματική αυτονομία, δεν υπόκειται σε εντολές, επιλέγει εν πολλοίς τις υποθέσεις που θα αναλάβει, οργανώνει κατά βούληση την επαγγελματική του καθημερινότητα. Δεσμεύεται μεν από κάποιους επαγγελματικούς-δεοντολογικούς περιορισμούς, οι οποίοι όμως στην πράξη δεν αποδεικνύονται και τόσο περιοριστικοί. Έτσι, ο συμβολαιογράφος απολαύει τα πλεονεκτήματα ενός καθαρά ελεύθερου επαγγέλματος και δη με ένα επιπλέον σημαντικό πλεονέκτημα: τον μικρό ανταγωνισμό λόγω του κλειστού αριθμού των συμβολαιογράφων.
Πολύ συχνά οι ενδιαφερόμενοι υπερτιμούν τη σημασία που έχει το αρχείο που αναλαμβάνει ένας νεοδιορισθείς συμβολαιογράφος. Πράγματι, κάθε νέος συμβολαιογράφος αναλαμβάνει υποχρεωτικά το αρχείο παλαιότερου συμβολαιογράφου, αφού οι θέσεις που προκηρύσσονται αντιστοιχούν σε αποχωρήσεις ή συνταξιοδοτήσεις παλαιότερων συμβολαιογράφων. Ωστόσο, από τα αντίγραφα παλαιών πράξεων δεν προέρχονται αξιοσημείωτα έσοδα. Εξάλλου, λόγω της ανακτησιμότητας πολλών συμβολαιογραφικών πράξεων από τη βάση του Κτηματολογίου, δεν υπάρχει ίδια ζήτηση για αντίγραφα. Τα έσοδα του συμβολαιογράφου προέρχονται λοιπόν από την εισροή νέων πελατών και την ανάληψη νέων συμβολαιογραφικών πράξεων. Άλλο ζήτημα είναι να έχει κάποιος γονέα συμβολαιογράφο από τον οποίο θα αναλάβει την πελατεία και όχι απλώς το αρχείο. Εκεί υπάρχει διαδοχή πελατείας και όχι απλώς αρχείου, γεγονός που αποτελεί σημαντική ενίσχυση.
Ο διαγωνισμός των συμβολαιογράφων κατά το νόμο προκηρύσσεται ανά δύο χρόνια, στην πράξη όμως διεξάγεται ανά τρία χρόνια περίπου. Συγκριτικά με τους υπόλοιπους μεγάλους νομικούς διαγωνισμούς, είναι ο διαγωνισμός με τις περισσότερες θέσεις και τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας. Ο διαγωνισμός δεν έχει τον ίδιο βαθμό δυσκολίας με τους διαγωνισμούς της ΕΣΔι ή του ΝΣΚ. Αν κάποιος καταφέρει να περάσει τη βάση στα εξεταζόμενα μαθήματα, συνήθως έχει και σημαντικές πιθανότητες να καταλάβει θέση. Η ύλη περιλαμβάνει αστικό δίκαιο, εμπορικό δίκαιο, Κώδικα Συμβολαιογράφων και σειρά ειδικών νόμων που αφορούν κυρίως ακίνητα και συμβολαιογραφικές πράξεις. Η εξεταστέα ύλη δεν είναι εντελώς άγνωστη στην πλειοψηφία των δικηγόρων, καθότι πρόκειται για ύλη που ασχολείται ο μέσος δικηγόρος.
Συμπερασματικά, θεωρώ τη συμβολαιογραφία εξαιρετική επιλογή για κάποιον που επιθυμεί επαγγελματική αυτονομία, πολύ καλές αποδοχές και καλή ποιότητα ζωής.
Οι παραπάνω αναπτύξεις έχουν σκοπό να δώσουν μια πρώτη εικόνα στο νέο νομικό που αναζητεί επαγγελματικές διεξόδους και βασίζονται στην προσωπική εμπειρία του γράφοντος ως δικηγόρου, διδάσκοντος και διευθυντή νομικού φροντιστηρίου με ισχυρή παρουσία στο χώρο της νομικής εκπαίδευσης τα τελευταία δώδεκα (12) χρόνια.
Ωστόσο, όποιος ενδιαφέρεται για κάποιον από τους ανωτέρω διαγωνισμούς καλό θα ήταν να κάνει μια ουσιαστική έρευνα, τόσο για τις επαγγελματικές συνθήκες και τις αποδοχές κάθε επαγγέλματος, όσο και για τα ζητήματα που αφορούν τους εισαγωγικούς διαγωνισμούς. Ειδικότερα ως προς τους εισαγωγικούς διαγωνισμούς παρατηρείται συχνά οι ενδιαφερόμενοι να απευθύνονται σε παλιούς δικαστές, συμβολαιογράφους κλπ και να ζητούν συμβουλές σε ποιο φροντιστήριο να προετοιμαστούν, πληροφορίες για τη φυσιογνωμία του διαγωνισμού κ.λπ. Πλην όμως πρόσωπα και πράγματα έχουν αλλάξει άρδην σε σχέση με παλαιότερα και οι συμβουλές αυτές δεν ανταποκρίνονται στη σημερινή πραγματικότητα. Πιο χρήσιμο για τον ενδιαφερόμενο είναι να συζητήσει αυτά τα ζητήματα με ει δυνατόν περισσότερους νέους συναδέλφους που συμμετείχαν στους τελευταίους διαγωνισμούς και έχουν πρόσφατη εικόνα.